ερωτοχτυπιέμαι

1. μέ χτυπάει ο έρωτας, καταλαμβάνομαι από έντονη ερωτική διάθεση
2. (η μτχ. παρακμ. ως επίθ.) ερωτοχτυπημένος, -η, -ο
πληγωμένος από τα βέλη τού έρωτα, ερωτευμένος.

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.